- ὀρεκτῇσιν
- ὀρεκτέωpres subj act 3rd sg (epic)ὀρεκτόςstretched outfem dat pl (epic ionic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ορεκτός — ὀρεκτός, ή, όν (ΑΜ) [ορέγω] επιθυμητός αρχ. 1. αυτός που εκτείνεται, που απλώνεται («ὀρεκτῇσιν μελίῃσιν» με ακόντια με τα οποία μπορεί κανείς να φθάσει τον εχθρό από κοντά, δηλ. προτείνοντάς τα από κοντά, όχι ρίχνοντάς τα από μακριά, Ομ. Ιλ.) 2.… … Dictionary of Greek